Ιστορία και Μυθολογία

old_map_kea

Η αρχική ονομασία της Κέας ήταν «Υδρούσα», προφανώς εξαιτίας των πολλών νερών και της πυκνής βλάστησής της[1].

Κατά την μυθολογία[2], στις πηγές μέσα στα δάση, ζούσαν Νύμφες (που ενσαρκώνουν το υγρό στοιχείο). Εμφανίστηκε όμως ένα λιοντάρι που τις εκφόβισε, και αυτές για να σωθούν κατέφυγαν στα βόρεια παράλια του νησιού και από εκεί στην Κάρυστο Ευβοίας. Αποτέλεσμα της εκδίωξης των Νυμφών ήταν η κυριαρχία του λαμπρότερου άστρου του νυχτερινού θόλου, του «Σείριου»[3], που κατά τις θερμότερες μέρες του χρόνου[4] κατέκαιε με τις ακτίνες του την Κέα και όλες τις Κυκλάδες[5].

Η ξηρασία ανάγκασε τους κατοίκους να ζητήσουν τη βοήθεια του Απόλλωνα, που έστειλε από την Θεσσαλία (όπου φύλαγε τα κοπάδια των Νυμφών) τον Αρισταίο, ημίθεο γιο του από την Νύμφη Κυρήνη. Ο Αρισταίος εγκαταστάθηκε στη Κέα, επικεφαλής των Παρρασίων (λαός της Αρκαδίας, απόγονοι του Λυκάονα), ίδρυσε βωμό για τον Ικμαίο (βροχοποιό) Δία και όρισε να παρακολουθείται από ένοπλο απόσπασμα η «εώα επιτολή» του Σείριου, προσφέροντας εξιλαστήριες θυσίες.

Οι Θεοί εξευμενίστηκαν και έκτοτε ετήσιες αύρες σταλμένες από το Δία δροσίζουνε για 40 μέρες την Κέα, την πολύ θερμή περίοδο (μελτέμια). Ο Αρισταίος οργάνωσε επίσης την μελισσοκομία και την καλλιέργεια της ελιάς. Σχετικά με την προέλευση της ονομασίας «Κέας» του νησιού, αναφέρεται[6]η  προϊστορική εγκατάσταση Λοκρών εποίκων από την Ναύπακτο με επικεφαλής τον ήρωα Κέω, επίσης γιο του Απόλλωνα από τη Νύμφη Ροδοέσση (ή τη Μελίη).

Αναφέρεται επίσης ο εποικισμός της Κέας από Μινωίτες Κρήτες[7]. Ο Μίνως, επικεφαλής Κρητών, αφού «βαθύζωνον κόραν Δεξιθέα δάμασεν», επέστρεψε στην Κρήτη αφήνοντας πίσω τους μισούς συντρόφους του. Η Δεξιθέα γέννησε τον Ευξάντιο, που έγινε βασιλιάς της Κέας και μετά τον θάνατο του Μίνωα πήγε στην Κρήτη να διεκδικήσει το μερίδιό του από το βασίλειο του πατέρα του, αφήνοντας στην Κέα τους απογόνους του Ευξαντίδες.

Πέρα από τον κυρίαρχο στην θρησκευτική ζωή της Κέας Απόλλωνα (καθώς και Ικμαίο Δία και τους θεωρούμενους ως προ-ολύμπιες θεότητες Σείριο και Αρισταίο), αναφέρεται[8] ο μύθος του Ερμοχάρη και της Κτήσυλλας, σχετικά με την λατρεία των Αφροδίτη Κτησύλλα και Κτησύλλα Εκαέργη (Άρτέμη): Σε γιορτή Πυθείων στην Καρθαία, ο Ερμοχάρης ο Αθηναίος είδε κι ερωτεύτηκε την Κτήσυλλα, κόρη του Αλκιδάμαντα από την Ιουλίδα. Έγραψε λοιπόν σε ένα μήλο «η Κτήσυλλα να παντρευτεί τον Ερμοχάρη» και το έριξε δίπλα της, μέσα στον ναό. Η Κτήσυλλα, διαβάζοντάς το μεγαλοφώνως δεσμεύθηκε με όρκο, τον οποίο επιβεβαίωσε και ο πατέρας της. Ακολούθως ερωτεύθηκε τον Ερμοχάρη όταν αυτός πήγε να την κλέψει στο Αρτεμήσιο, αφού ο Αλκιδάμαντας, παρά τον όρκο, θέλησε να την παντρέψει με άλλον. Μετά τον γάμο τους στην Αθήνα, πέθανε στην γέννα του πρώτου τους παιδιού (λόγω της επιορκίας του Αλκιδάμαντα), και το σώμα της μεταμορφώθηκε σε περιστέρι.

Οι μυθολογικές αναφορές ενδέχεται να απηχούν πραγματικά γεγονότα, όπως την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας τον 16 αι. π.Χ., ενώ τα ευρήματα στον οικισμό της Αγ. Ειρήνης υποδεικνύουν έντονες μινωικές επιδράσεις.

Προϊστορία

Στο ακρωτήριο της Κεφάλας εντοπίσθηκε η παλαιότερη προϊστορική εγκατάσταση στην Κέα. Ιδρύθηκε κατά την ύστερη νεολιθική περίοδο[9], γύρω στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ. (3300 π.Χ. περίπου), στον λόφο πάνω από τον όρμο που σχηματίζει το ακρωτήριο της Κεφάλας. Στους πρόποδες, πάνω από την αμμουδιά, εντοπίσθηκε το νεκροταφείο. Από τα ευρήματα σε αυτό, υπολογίζεται ότι ο οικισμός κατοικήθηκε για περίπου 100-150 χρόνια, από 15 περίπου οικογένειες, και ακολούθως εγκαταλείφθηκε.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία. Διαπιστώθηκε η παραγωγή αγγείων, υφασμάτων και εργαλείων. Εντοπίσθηκαν μεταλλικά αντικείμενα, και αποδείξεις εμπορείου, όπως οψιδιανός από την Μήλο και χαλκός από (μάλλον) το Λαύριο.

Λίγο αργότερα, σε μια μικρή χερσόνησο μέσα στον μεγάλο ασφαλή κόλπο του Αγ. Νικολάου, κατά το μέσον της πρώιμης εποχής του χαλκού[10] στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ., ιδρύθηκε ο οικισμός της Αγ. Ειρήνης που ονοματίστηκε από το εκκλησάκι που βρίσκεται στον ίδιο χώρο. Τα πρώτα στοιχεία ανθρώπινης παρουσίας (όστρακα) χρονολογούνται από το 3200 π.Χ., αλλά τα πρώτα κτίρια εμφανίζονται περί το 2700 π.Χ.

Από αυτή την 1η φάση κατοίκησης, κατά την πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο  (2800/2700-2300 π.Χ.), σώζονται κυρίως μαρμάρινα κυκλαδικά ειδώλια (με τα χέρια διπλωμένα κάτω από το στήθος).

Μετά από μία περίοδο εγκατάλειψης, ο οικισμός επανιδρύεται στις αρχές της μέσης εποχής του χαλκού[11], περί το 2000/1900 π.Χ., πάνω στα αρχαιότερα ερείπια. Οικοδομείται το πρώτο τείχος και ο ναός, ενώ προς το τέλος της μέσης εποχής του χαλκού κατασκευάζεται νέο, ισχυρότερο και πιο εκτεταμένο τείχος, με ορθογώνιους πύργους (η μεγάλη οχύρωση, περί το 1700 π.Χ.). Στο τέλος της μεσοκυκλαδικής περιόδου πιθανολογείται η καταστροφή κτιρίων από σεισμό.

Από τον 16ο αι. π.Χ. ο οικισμός της Αγ. Ειρήνης γίνεται σημαντικό λιμάνι-σταθμός του αιγαιακού πολιτισμού και σταυροδρόμι του κρητομυκηναϊκού κόσμου. Στην αρχή της ύστερης εποχής του χαλκού[12] η μεγάλη οχύρωση επισκευάζεται κι ενισχύεται, ο οικισμός ανθίζει και αποκτά μεγάλες (και διώροφες) οικίες με αποθήκες, οργανωμένο ρυμοτομικό σχέδιο, πλακόστρωτες οδούς και σύστημα αποχέτευσης. Περί το 1600/1550 π.Χ. εισάγεται μινωικό σύστημα μέτρησης του βάρους, ενώ έχουν εντοπισθεί πινακίδα κι αγγεία με μινωική γραφή γραμμική Α. Η πόλη καταστρέφεται από ισχυρό σεισμό γύρω στο 1450 π.Χ., τα κτίρια επισκευάζονται, αυξάνουν οι εισαγωγές από την ηπειρωτική μυκηναϊκή Ελλάδα, ενώ οι μινωικές φθίνουν και τελικά διακόπτονται (μυκηναϊκή περίοδος, 1400-1100 π.Χ.). Τα ευρήματα των ανασκαφών υποδεικνύουν δραστηριότητες αγγειοπλαστικής, μεταλλουργίας, λιθοτεχνίας, υφαντουργίας, και σημαντικές εμπορικές επαφές. Στο τέλος της εποχής του Χαλκού (τέλος της 2ης χιλιετίας, 1100 π.Χ. περίπου) ο οικισμός εγκαταλείφθηκε, πιθανώς λόγω επικράτησης νέου οικισμού στην θέση της Κορησσίας στον έλεγχο του κόλπου, ή γενικά ως αποτέλεσμα της αποίκησης του νησιού από Ίωνες της Αττικής.

Το σημαντικότερο κτίριο του οικισμού υπήρξε ο ναός, ο οποίος είχε διαχρονική λατρευτική χρήση, από την ίδρυσή του περί το 1900 π.Χ., μέχρι και μετά την εγκατάλειψη του οικισμού, στους μεταγενέστερους ιστορικούς, μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους, περί τον 3ο αι. π.Χ. Από την περίοδο της ακμής του τον 15ο αι. π.Χ., οι ανασκαφές έφεραν στο φως πήλινα αγάλματα γυναικείων μορφών (εκτιμώνται σε πενήντα ή και περισσότερα), μοναδικά στο είδος τους, με ύψος από εξήντα εκατοστά μέχρι ένα μέτρο ή και φυσικό μέγεθος.

Η κατοίκηση του χώρου της Αγ. Ειρήνης διήρκεσε με μικρές διακοπές από το 2700 μέχρι το 1100 π.Χ περίπου, συμβάλλοντας αποφασιστικά για πάνω από χίλια πεντακόσια χρόνια στην ιστορία του πρώιμου πολιτισμού του Αιγαίου πελάγους. Ο οικισμός σώζεται σήμερα σε καλή κατάσταση, καθώς διαγράφεται όλο το οικιστικό του πλέγμα, οι οχυρώσεις του και το κτίριο του ναού[13].

Για την περίοδο που ακολούθησε το τέλος της ύστερης εποχής του χαλκού και την πτώση των μυκηναϊκών βασιλείων, δηλαδή για την γεωμετρική εποχή (μέσα 11ου ως 8ο αι. π.Χ.), τα αρχαιολογικά στοιχεία είναι φτωχά. Πιθανώς προς το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ (περί το 1100 π.Χ.) ξεκίνησε η αποίκηση του νησιού από Ίωνες της Αττικής, με αρχηγό τον Θερσιδάμαντα[14], οι οποίοι αναμίχθηκαν με τους υπάρχοντες κατοίκους. Ενώ συνεχίζεται η λειτουργία του ναού της Αγ. Ειρήνης, η Κέα συμμετέχει με άλλα νησιά στην εγκαθίδρυση της Δήλου ως θρησκευτικού κέντρου (στην οποία διατηρούσε ξενώνα). Διαμορφώνεται η Ιωνική φυσιογνωμία της αρχαίας Κέω[15], με συμμετοχή στις Ιωνικές γιορτές, την καθιέρωση της Δήλου ως θρησκευτικού κέντρου[16], και με τον πληθυσμό κατανεμημένο σε διάσπαρτους «φυλετικούς» οικισμούς. Πιθανότατα ξεκινάει η κατοίκηση της Καρθαίας[17]και της Κορησσίας.

Αρχαϊκοί και Κλασικοί Χρόνοι

Στην αρχαϊκή περίοδο (7ος – 6ος αιώνας), οι φυλετικές – κοινοτικές δομές είχαν μετεξελιχθεί στις τέσσερις ανεξάρτητες και ισχυρές οικονομικά και πολιτιστικά πόλεις-κράτη, κατά τις μαρτυρίες αρχαίων γεωγράφων[18], τις εντοπισθείσες επιγραφές και τα λοιπά αρχαιολογικά δεδομένα. Η Ιουλίδα ήταν μεσόγεια ενώ οι τρεις άλλες Κορησσία, Ποιήεσσα και Καρθαία παράκτιες. Τα μεταξύ τους ακριβή γεωγραφικά όρια δεν είναι προσδιορισμένα. Εκτός από την Ποιήεσσα οι υπόλοιπες τρείς πόλεις εκδίδουν αργυρά νομίσματα από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ., με σύμβολα ένα τσαμπί σταφύλι, μία σουπιά κι έναν αμφορέα αντίστοιχα. Η σύγκριση των νομισματικών σειρών υποδεικνύει την Καρθαία ως την ισχυρότερη οικονομία κατά τον 6ο & 5ο αι. π.Χ. Οι πόλεις περιβάλλονταν από οχυρωματικά τείχη, χτίζονταν πύργοι σε επίκαιρα σημεία για τον έλεγχο της περιοχής τους, ενώ τις συνέδεε πυκνό οδικό δίκτυο μεταξύ τους αλλά και μεταξύ του κάθε άστεως με τη χώρα του.

Παράγονται γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, από μία μη κοινοτικά συστηματοποιημένη οικογενειακή παραγωγή[19]. Υφίσταται έντονη μεταλλευτική δραστηριότητα, με μεταλλεία αργυρομολύβδου, χαλκού και προεξάρχοντα αυτά της μίλτου (οξείδιο του σιδήρου, προϊόν ανάλογο με το σημερινό μίνιο και/ή μουράβια), εξορυσσόμενης από γαλαρίες σε διάφορες θέσεις στο νησί, κυρίως στις περιοχές Οτζιά, Σπαθιού και Ορκού, πολύ καλής ποιότητας[20]. Επισημαίνεται ότι οι Κείοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παρέχουν μονοπωλιακά την μίλτο στους Αθηναίους[21] κατά την Β’ Αθηναϊκή συμμαχία[22]). Υφίσταται έντονη ναυτική κι εμπορική-εξαγωγική δραστηριότητα, με κυρίαρχα τα λιμάνια της Καρθαίας (στις διαδρομές προς Κυκλάδες) και Κορησσίας (προς Ευβοϊκό και Βόρειο Αιγαίο), συνεπικουρούμενη από την κομβική θέση του νησιού και την ανάπτυξη των ναυτικών δραστηριοτήτων των Αθηναίων.

Η Κέα φτάνει στο απόγειο της άνθισής της κατά τους κλασικούς χρόνους (5ος – 4ος αιώνας π.Χ.). Πολλές επιφανείς προσωπικότητες της αρχαιότητας στον χώρο των γραμμάτων και επιστημών κατάγονταν από την Κέα, όπως ο νομοθέτης Αριστείδης[23], ο Σιμωνίδης ο Λεωπρέπους ο Κείος[24], ο Πυθοκλείδης[25], Βακχυλίδης ο Κείος[26], ο σοφιστής Θηραμένης[27], Ξενομήδης ο Κείος[28], Πρόδικος ο Κείος[29], Αρίστων ο Κείος[30], Ερασίστρατος ο Κείος[31], κ.α.

Προάγονται οι τέχνες, όπως μαρτυρούν τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των ναών της Καρθαίας και της Κορησσίας ο γλυπτός διάκοσμος των αετωμάτων του ναού της Αθηνάς στην Καρθαία[32], τα κομμάτια γλυπτών που έχουν εντοπισθεί ή μαρτυρούνται[33] από σύγχρονες ή παλαιότερες έρευνες στην Καρθαία και ο κούρος της Κορησσίας[34]. Περί το 600 π.Χ. χρονολογείται και ο Λέων της Ιουλίδας, υπερφυσικού μεγέθους έργο (~6,4μ ξαπλωτό), λαξευμένο σε φυσικό σχιστόλιθο, του οποίου η ερμηνεία παραμένει προβληματική. Στην Καρθαία κατασκευάζεται θέατρο στα μέσα του 4ου αι. π.Χ.[35] Η ύπαρξη θεάτρου μαρτυρείται εμμέσως και για την Ιουλίδα. Οι αρχαίοι Κείοι είχαν επίσης ξεχωριστή επίδοση στον αθλητισμό. Αναφέρονται 69 νίκες Κείων αθλητών στα Ίσθμια, Νέμεα και Ολυμπία (με παρουσία Κείων σε κατάλογο ολυμπιονικών από το 540 π.Χ.) οι οποίοι υμνήθηκαν από τους Κείους ποιητές.

Η Κέα ήταν φημισμένη για το υψηλό ηθικό φρόνημα των πολιτών. Αναφέρονται αξιοσημείωτα αποσπάσματα των εθίμων και της σχετικής νομοθεσίας (η οποία χρησιμοποιήθηκε και από άλλες πόλεις[36] και αποδίδεται στον Αριστείδη[37]), όπως «περί γυναικών ευκοσμίας»[38], για την απαγόρευση της οινοποσίας μέχρι τον γάμο, την απαγόρευση του πένθους (ειδικά για, και από, τους άνδρες), τον περιορισμό των πολυτελών κι επιδεικτικών ταφικών τελετών[39] και βεβαίως το «Κείων Νόμιμον», δηλαδή την εκούσια αυτοκτονία των γερόντων μετά το 60ο έτος, κατόπιν αδείας της πόλης[40]. Στο τελευταίο αυτό έθιμο συναντάμε υπερηφάνεια έναντι του θανάτου, εορταστική διάθεση και βαθιά έννοια του καθήκοντος των πολιτών και της συμμετοχής τους στο σύνολο, η οποία ήταν τόσο ισχυρή που άντεξε μέχρι τη Ρωμαϊκή εποχή[41]. Συνάγεται αποστροφή από την ιδιωτική επίδειξη και πολυτέλεια, και προαγωγή της επίδειξης του πλούτου της πόλης μέσω της μεγαλοπρέπειας των Δημόσιων κτιρίων, της οργάνωσης τελετών, κλπ. Όπως στο σύνολο του αρχαιοελληνικού κόσμου, η διαφύλαξη της φήμης και υστεροφημίας, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, αποτελεί βασικό κανόνα ζωής.

Κάθε πόλη είχε ξεχωριστή διοικητική και πολιτική διάρθρωση αλλά στο επίπεδο της εξωτερικής πολιτικής, συνήθως συνεργάζονταν. Ενδείξεις και γραπτές αναφορές, όπου μαρτυρείται το εθνικό «Κείοι» και όχι τα ονόματα των πόλεων, υποδεικνύουν ότι βίωναν μια συλλογική εθνική (Ιωνική) ταυτότητα. Διεξάγονταν συνελεύσεις, και τον κύριο λόγο είχαν τα ψηφίσματα των πολιτών. Το πολιτικό της σύστημα απασχόλησε το μεγάλο φιλόσοφο Αριστοτέλη[42]. Το σύγγραμμα του «Κείων Πολιτεία» που αναφέρεται στην πολιτική οργάνωση της Κέας δεν διασώθηκε εκτός από ένα απόσπασμα. Από το γεγονός της απουσίας γραπτών αναφορών για Κείους πολιτικούς και στρατηγούς (ενώ αντίθετα υφίσταται πλήθος αναφορών σε Κείους ποιητές, ρήτορες, μουσικούς, κλπ), συνάγεται η πεποίθηση της διακυβέρνησης με ισχυρές δημοκρατικές διαδικασίες και στοιχεία.

Σημαντική είναι και η συμμετοχή των Κείων στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα του Ελλαδικού χώρου κατά τους κλασικούς χρόνους:

  • Το 489 π.Χ. η Κέα πιθανότατα καταλαμβάνεται από τους Αθηναίους (ναυτική επιχείρηση του Μιλτιάδη κατά των Κυκλάδων, συνέπεια της νίκης στον Μαραθώνα) και απελευθερώνεται από την ως τότε Περσική κυριαρχία[43].
  • Το 480 π.Χ. συμμετέχει στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και ακολούθως της Σαλαμίνας (κατά την 2η Περσική εισβολή, βασιλεύοντος του Ξέρξη), με δύο τριήρεις και δύο πεντηκοντόρους.
  • Το 479 π.Χ. συμμετέχει στην μάχη των Πλαταιών.
  • Το 478 π.Χ. η Κέα συμμετέχει στην Α’ Αθηναϊκή συμμαχία ως ιδρυτικό μέλος της.
  • Το 431-404 π.Χ. συμμετέχει στον Πελοποννησιακό πόλεμο μαζί με τους Αθηναίους.
  • Το 404-394 π.Χ. μετά την ήτα των Αθηναίων, εγκαθίσταται στο νησί Σπαρτιάτική φρουρά και Λακεδαιμόνιος διοικητής.
  • Το 394/3 π.Χ., μετά τη ναυμαχία της Κίνδου που οι Λακεδαιμόνιοι έχασαν τον θαλάσσιο έλεγχο, αποσύρεται η φρουρά.
  • Το 378/7 π.Χ. συστήνεται η Β’ Αθηναϊκή συμμαχία, στην οποία προσχωρεί πρώτα η Ποιήεσσα και μετά οι υπόλοιπες τρείς πόλεις.
  • Το 364 π.Χ. συνάπτονται συνθήκες ισοπολιτείας των Ιουλίδας, Καρθαίας και Κορησσίας ενεργούντων από κοινού ως πολιτική ένωση Κείων (με την Ιουλίδα να φέρεται ως το κέντρο της), με τις Ερέτρια και Ιστιαία.
  • Το 363/2 π.Χ. επανέρχονται στην Β’ Αθηναϊκή συμμαχία, κατόπιν της βίαιης καταστολής της αποστασίας των (τουλάχιστον) Ιουλίδας και Καρθαίας, από τον Αθηναίο ναύαρχο-στρατηγό Χαβριά. Με την αποχώρηση των δυνάμεων αναζωπυρώθηκε η αποστασία (χωρίς όμως την συμμετοχή της Καρθαίας), η οποία καταπνίχθηκε από τον Αθηναίο πολιτικό Αριστοφώντα Αριστοφάνους Αζηνιέα.
  • Το 343 π.Χ. οι Κείοι με επικεφαλής τον Γόργο επαναποίκησαν την Γέλα Σικελίας, κατά την εκεί εκστρατεία του Τιμολέωντα του Κορίνθιου[44].
  • Το 338 π.Χ. οι Κείοι συμμετέχουν στην μάχη της Χαιρώνειας, με τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους. Η έκβαση της μάχης υπέρ των Μακεδόνων του Φίλιππου του Β’, σηματοδοτεί την απαρχή της Μακεδονικής κυριαρχίας στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας.

Ελληνιστικοί, Ρωμαϊκοί, Παλαιοχριστιανικοί και
Βυζαντινοί Χρόνοι

Στην αρχή της Ελληνιστικής περιόδου (μέσα 3ου αι. – 31 π.Χ.), μετά την ήττα της Χαιρώνειας, την ένωση των Ελλήνων υπό την Μακεδονία, την δολοφονία του Φιλίππου[45], την εκστρατεία κατά των Περσών υπό τον Μ. Αλέξανδρο και τον θάνατό του[46], η Κέα ξαναεμφανίζεται στη δίνη των συγκρούσεων μεταξύ των διαδόχων του.

Το 314 π.Χ. οι Κείοι συμμετέχουν στο «Κοινό των Νησιωτών»[47], με έδρα την Δήλο, που ιδρύθηκε υπό την αιγίδα του Αντίγονου Α΄ του Μονόφθαλμου[48]και παρέμεινε υπό την ηγεμονία του ιδίου και του γιου του Δημήτριου του Πολιορκητή, μέχρι την ήττα του τελευταίου από τις ενωμένες δυνάμεις του Πτολεμαίου Α’[49], του Πύρρου και του Λυσιμάχου, το 288 π.Χ., οπότε πέρασε υπό την ηγεμονία των Πτολεμαίων. Κατά τον Χρεμωνίδειο πόλεμο[50] η Κορησσία αποτελεί σημαντική ναυτική βάση των Πτολεμαίων. Οι Πτολεμαίοι όμως αποσύρονται στο δεύτερο μισό του 3ου αι. π.Χ., μετά την επικράτηση του Αντίγονου Γονατά[51] στην Ελλάδα, και στο Αιγαίο ανθεί η πειρατεία.

Οι Κείοι (ενεργώντας από κοινού ως πολιτική ένωση, με την Καρθαία να δείχνει ότι είναι το κέντρο) συντάσσουν συνθήκες ισοπολιτείας με το «Αιτωλικό Κοινό[52]» (ως παλαιοί άποικοι εκ Ναυπάκτου), με ψηφίσματα περί την δεκαετία 230-220 π.Χ., για να αποφύγουν κουρσάρικες επιδρομές και λεηλασίες. Η Καρθαία έχει πιθανώς εξελιχθεί σε πανελλήνια γνωστό θρησκευτικό κέντρο, χάρη στην ακτινοβολία της γιορτής των Πυθίων στον ναό του Πύθιου Απόλλωνα[53]. Στο τέλος του 3ου αι. π.Χ. εκτιμάται η απορρόφηση της Κορησσίας από την Ιουλίδα, ενώ στις αρχές του 2ου η απορρόφηση της Ποιήεσσας από την Καρθαία. Περί το 200 π.Χ. οι Ρόδιοι ανασυσταίνουν το Κοινό των Νησιωτών, με έδρα την Τήνο και επικρατούν στην περιοχή (όπως αποδεικνύει ψήφισμα της Καρθαίας περί το 192 π.Χ.).

Από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ η Ρώμη πλέον ισχυροποιείται (υποταγή της Ρόδου στη Ρώμη περί το 168 π.Χ. και διάλυση του Κοινού των Νησιωτών), αλλά οι πειρατικές επιδρομές φαίνονται αυξανόμενες. Ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης[54] καταλαμβάνει τις Κυκλάδες το 88/87 π.Χ. για να εκδιωχθεί όμως λίγα χρόνια αργότερα από τους Ρωμαίους. Η πειρατεία παραμένει σε άνθηση, όσο δεν δραστηριοποιείται έντονα κάποια ισχυρή δύναμη στην περιοχή, και μόλις το 67 π.Χ. ο Πομπήιος[55] την περιορίζει μετά από ισχυρό πλήγμα. Πιθανώς για τον λόγο αυτό τιμήθηκε από τους Κείους με ανδριάντα, όπως προκύπτει από επιγραφή στην βάση του. Οι αναφορές του Κικέρωνα ότι σταμάτησε στην Κέα ταξιδεύοντας προς Κιλικία (το 51 π.Χ.) και του Valerius Maximus (το 27 μ.Χ., ως προαναφέρεται στην υποσημείωση περί «Κείων Νόμιμον»), υποδεικνύουν πλέον ασφάλεια στις μεταφορές. Αν και οι Κείοι στην σχετική διαμάχη αρχικά συντάσσονται με τον Πομπήιο (πιθανώς ως πράξη ευγνωμοσύνης για τα καίρια πλήγματα που κατάφερε ενάντια στην πειρατική μάστιγα), ακολουθούν τον Καίσαρα αμέσως μετά την επικράτησή του με την μάχη στα Φάρσαλα το 48 π.Χ., όπως μαρτυρούν δύο ενεπίγραφες βάσεις ανδριάντων από την Καρθαία. Το 42 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος εκχωρεί την Κέα μαζί με άλλα νησιά στους Αθηναίους, ως δώρο για την αντίσταση που προέβαλαν στον Κάσσιο[56].

Αναθηματική επιγραφή από την Καρθαία κατά την συναυτοκρατορία Μάρκου Αυρήλιου και Λεύκιου Βέρου[57] (161-169 μ.Χ.) αναφέρει την ύπαρξη αυτοκρατορικής λατρείας (παράλληλα με αυτή του Πυθίου Απόλλωνα) και επισκευή του μόλου του λιμανιού με λίθους από χαλάσματα κτιρίων, που υποδεικνύει κάποια παρακμή. Το νησί παραμένει υπό Αθηναϊκή επικυριαρχία μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Σεπτιμίου Σεβήρου[58]. Στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ. οι Κυκλάδες βρέθηκαν στον δρόμο των γοτθικών φυλών που επέδραμαν εναντίον της Αθήνας. Η Κέα παραμένει στην επαρχία της Αχαΐας (provincia Achaia), όταν ο Διοκλητιανός συγκρότησε την επαρχία των νήσων (provincia insularum) το 294, στην οποία είχαν συμπεριληφθεί τα περισσότερα Κυκλαδονήσια.

Παρά τον περιορισμό της πολιτικής επιρροής, αυτονομίας κι αυτοδιάθεσης του νησιού, κατά την διάρκεια των ισχυρών διαμαχών μεταξύ των διαδόχων του Μ. Αλέξανδρου, της έξαρσης της πειρατείας και του Ρωμαϊκού επεκτατισμού, η Κέα διατηρεί υψηλό πολιτισμικό επίπεδο. Τον 3ο αι. π.Χ. παραδίδει νέες πνευματικές μορφές, τον περιπατητικό φιλόσοφο Αρίστωνα και τον χειρούργο – ανατόμο Ερασίστρατο (αμφότεροι από την Ιουλίδα). Κατά τους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους επέκτεινεται επίσης το κτίριο της σκηνής του θεάτρου της Καρθαίας (έργο που πιθανώς υποδεικνύει την διοργάνωση παραστάσεων αυξημένων απαιτήσεων), ενώ τα ιδιαίτερα έθιμα των Κείων διατηρούνται μέχρι και μετά την εδραίωση της κυριαρχίας των Ρωμαίων.

Η απουσία σχετικών πηγών ή αρχαιολογικών ευρημάτων και η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 3ο αι. μ.Χ., υποδεικνύουν ότι η Κέα εισέρχεται σε περίοδο αφάνειας και πολιτικής ασημαντότητας ή μαρασμού. Μετά την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας[59] το 330 και την θεσμοθέτηση των «θεμάτων» (που εκτιμάται τον 6ο – 7ο αι.), η Κέα υπήχθη στο θέμα της Ελλάδας[60], ενώ με την ίδρυση του Θέματος του Αιγαίου Πελάγους το 843, υπάγεται σε αυτό. Τον 6ο αι. πρωτο-αναφέρεται το όνομα του νησιού ως «Κέα» έναντι του «Κέως». Από εκκλησιαστική άποψη αποτέλεσε μέρος της επισκοπής Δήλου,.

Μετά τον 6ο – 7ο αι. η αρχαία Καρθαία εγκαταλείπεται και η Ιουλίδα απομένει το μόνο αστικό κέντρο του νησιού. Από τις αρχές του 7ου αιώνα[61], κατά τους επόμενους αιώνες[62] και μέχρι τον 10ο αι.[63], αυξάνεται η πειρατεία και η ανασφάλεια στις θαλασσινές μεταφορές. Οι κάτοικοι αποσύρονται στο εσωτερικό του νησιού, με την Ιουλίδα και την περιοχή της Μεσαριάς (Επισκοπή) να συγκεντρώνουν τις κύριες δραστηριότητες, αν και το λιμάνι του Αγίου Νικολάου εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο στη ναυσιπλοΐα, παρά το φόβο και τις επιδρομές των πειρατών.

Με την αποκατάσταση της βυζαντινής ισχύος στο Αιγαίο το 961, αυξήθηκε το ενδιαφέρον της κεντρικής διοίκησης για τα νησιά. Η έντονη ανάκαμψη αποτυπώνεται στην αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας και πιο συγκεκριμένα της ναοδομίας, αναδεικνύοντας παράλληλα σπουδαίους μαστόρους και ναοδόμους, που η φήμη τους ξεπέρασε τα όρια του νησιού[64]. Διαπιστώνεται έντονη σχέση με τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και ζωγραφική, ενώ οι ναοί του τύπου του σταυροειδούς εγγεγραμμένου, υποδηλώνουν σύσφιξη των σχέσεων με τα μεγάλα κέντρα της αυτοκρατορίας. Στην Αγ. Άννα, τη Μεσαριά (στην Επισκοπή, όπου υπήρξε και βυζαντινό κάστρο), στα Ελληνικά και την Κατωμεριά κτίζονται αξιόλογα μοναστήρια κι εκκλησίες, ενώ η Κέα υπάγεται πλέον στην μητρόπολη Αθηνών.

Φραγκοκρατία – Τουρκοκρατία

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους της Δ’ Σταυροφορίας το 1204, καταφεύγει στην Κέα ο μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος ο Χωνιάτης[65] που πέθανε στη μονή Προδρόμου το 1222. Η Κέα κατακτήθηκε από τους Φράγκους το 1207, μετά από προγενέστερη απόκρουση επίθεσης το 1204. Διαιρείται σε τέσσερα κομμάτια και ελέγχεται από ισάριθμους Ενετούς ευγενείς. Η Επισκοπή Κέας και Θερμίων περιέρχεται στη δικαιοδοσία του Λατίνου αρχιεπισκόπου Αθηνών. Ταυτόχρονα όμως, η βυζαντινή εξουσία εξακολούθησε να ασκείται σε τρία κράτη: την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, το δεσποτάτο της Ηπείρου και την αυτοκρατορία της Νίκαιας. Το 1261 ο στρατηγός της ισχυροποιημένης αυτοκρατορίας της Νίκαιας Αλέξανδρος Στρατηγόπουλος ανακατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, για να ακολουθήσει η τελευταία Βυζαντινή περίοδος της δυναστείας των Παλαιολόγων (1258-1453). Η Κέα ανακαταλαμβάνεται από τους Βυζαντινούς το 1278.

Μετά από μία σύντομη περίοδο εκ νέου βυζαντινής κυριαρχίας, η Κέα ανακαταλήφθηκε το 1296 από τους Ενετούς. Το νησί όμως εξακολούθησε να ταλαιπωρείται από αλλεπάλληλες προσπάθειες επανάκτησης και πειρατικές επιδρομές. Έτσι, ο ενετός ηγεμόνας Δομήνικος Μικέλης έχτισε το πρώτο κάστρο στη θέση της Ακρόπολης της αρχαίας Ιουλίδας. Η αμυντική λειτουργία βελτιώθηκε αλλά η δράση των πειρατών δεν περιορίσθηκε. Η εναλλαγή εξουσιών των Φράγκικων οίκων και η ολοένα και αυξανόμενη δράση πειρατών και ληστοσυμμοριών (όπως οι Καταλανοί μισθοφόροι του Ρογήρου Δεφλώρ το 1303, Γενουάτες πειρατές το 1350, κ.α.) οδήγησαν την Κέα σε μαρασμό ώστε το 1470 να αριθμεί 200 κατοίκους.

Η ονομασία «Τζια» είναι λατινικής προέλευσης που το νησί απέκτησε κατά την Ενετοκρατία. Ο λαός από ανεξάρτητοι καλλιεργητές και κτηνοτρόφοι, μεταβλήθηκε σε δουλοπαροίκους. Η απώλεια των ατομικών δικαιωμάτων και η καταπίεση της ορθόδοξης λατρείας προκάλεσαν την έχθρα των Κείων. Όταν οι τελευταίοι ηγεμόνες (Πρεμαρίνι, Κοζαδίνοι) παρέδιδαν το νησί στους Οθωμανούς, οι Κείοι διατηρούσαν την εθνική τους συνείδηση.

Παρά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς του Μωάμεθ Β’ στις 29 Μαΐου του 1453, η Τούρκικη αρμάδα κατέλαβε την Κέα μόλις το 1537. Τούρκοι δεν εγκαταστάθηκαν στο νησί, ενώ και μετά την παγίωσή της το 1566, η τουρκική διοίκηση ήταν ανεκτική. Ενθάρρυνε την εγκατάσταση Αλβανών εποίκων που ενίσχυσαν τον συρρικνωμένο πληθυσμό (τέλη 16ου αι.). Η τζιώτικη κοινότητα κυβερνιόταν από τους εκλεγμένους προεστούς και δύο επιτρόπους (από το 1563), υπεύθυνους για την είσπραξη των  φόρων της Υψηλής Πύλης και την εξασφάλιση της πειθαρχίας. Ήταν κυρίως εκπρόσωποι της ολιγάριθμης αρχοντικής τάξης, απόγονοι φράγκικων οικογενειών του Κάστρου. Οι άρχοντες κατοικούσαν στη Χώρα (Ιουλίδα), περιστοιχιζόμενοι από τη μεσαία τάξη των τεχνιτών (μαυροβρακάτων). Ο λαός ζούσε διασκορπισμένος στις εξοχές, με σχέση εξάρτησης κολίγα προς αφέντη.

Η Οσία Φιλοθέη, γύρω στα 1550 ίδρυσε το γυναικείο μοναστήρι της Δάφνης. Λίγο αργότερα, ο Άγιος Τιμόθεος (επίσκοπος Ευρίπου), επέλεξε την Κέα για να αποτραβηχτεί από τα εγκόσμια, στην ιερή μονή Προδρόμου. Με την παρουσία του συνέβαλε στην μελλοντική ανασύσταση της ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής Τζίας και Θερμίων, που οι καταστροφές και οι ερημώσεις είχαν διακόψει βίαια τη λειτουργία της. Πέθανε στο νησί το 1590. Από τις αρχές του 17ου αι. η Αρχιεπισκοπή ρίζωσε και ανέδειξε υπέρ της ελευθερίας μάρτυρα, θύμα των Οθωμανών (αρχιεπίσκοπος Δανιήλ, 1646).

Κατά τον 17ο αι., η πειρατεία και οι ενετοτουρκικοί πόλεμοι συνέχιζαν να τυραννούν τον τόπο. Το 1647 ο ενετός Tom. Morosini πολιορκεί με επιτυχία τους Τούρκους υπερασπιστές του Κάστρου και το καταστρέφει. Το 1668 η τουρκική αρμάδα κατέστρεψε το νησί επειδή ο πληθυσμός υποστήριξε τους Ενετούς. Στη Χώρα, από 700 σπίτια στο πρώτο ήμισυ του αιώνα, είχαν απομείνει μόνο 400 στο τέλος του πολέμου (1669).

Η ειρήνη που ακολούθησε και η παραχώρηση από τους τούρκους προνομίων ανέπτυξε την αυτοδιοίκηση. Μόνο η επικύρωση των αποφάσεων της «Κοινότητας της Νήσου Ζίας» γινόταν από τις τουρκικές αρχές. Ο λαός διευρύνει τον πολιτικό του ρόλο. Πέντε τουλάχιστον μοναστήρια ακμάζουν στο νησί, που αριθμεί γύρω στους 3.000 κατοίκους στο  τέλος του αιώνα. Στην αρχή του 18ου αιώνα, ο τόπος αναπτύσσει τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Το βελανίδι γίνεται το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν της Τζιας, με χρήση του στη βυρσοδεψία. Αναπτύσσεται επίσης σημαντικά η μεταξουργία και η βιοτεχνία γίδινων καπών. Το νησί ευνοείται από την ανάκαμψη του ναυτιλιακού εμπορίου και την αυξανόμενη ελευθερία διακίνησης. Από τα μέσα του αιώνα, ο ανταγωνισμός Γαλλίας-Αγγλίας στη θάλασσα αυξάνει το βάρος του λιμανιού στους θαλάσσιους δρόμους προς τα μικρασιατικά παράλια και την Πόλη. Στη Τζια υπάρχει η πληρέστερη αντιπροσώπευση με προξενικές αρχές των ευρωπαϊκών κρατών της εποχής. Πολλές προξενικές θέσεις κατέχει η παλαιά ενετικής καταγωγής οικογένεια των Παγγάλων. Ο πληθυσμός παραμένει σε περίπου 3.000 κατοίκους με μεγάλη ανάπτυξη του κλήρου. Εξάγονται κριθάρι και μαύρο κρασί. Από το τέλος του 18ου αιώνα παρατηρείται επίσης άνθιση των γραμμάτων. Λειτουργεί σχολείο από το 1793 και δημοτική βιβλιοθήκη προ του 1814.

Κατά τη ρωσική κυριαρχία στις Κυκλάδες (1770-1774), η κοινοτική εξουσία ανατέθηκε σε τρεις ή τέσσερις συνδίκους (τοποτηρητές). Τότε συντελέστηκε η πρώτη μεγάλης έκτασης αρπαγή αρχαίων μνημείων από την περιοχή της Καρθαίας, με πρωτοβουλία του Ρώσου ναυάρχου.

Μετά το 1780, σε σταθερή οικονομική άνοδο, σε καθεστώς ημιαυτονομίας, σε υψηλά επίπεδα κοινοτικής αυτοδιοίκησης και με 5.000 κατοίκους, η Τζια ενστερνίζεται την ιδέα της ανατροπής του οθωμανικού ζυγού. Οι φόροι δεν γίνονταν πια αποδεκτοί από τον πληθυσμό. Κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1787-1792, ο ρώσικης υποστήριξης θαλασσομάχος Λάμπρος Κατσώνης παντρεύτηκε την Τζιώτισσα Μαρουλιώ Σοφιανού, έκανε ορμητήριό του το λιμάνι του Αγ. Νικολάου και εξορμούσε με τον στολίσκο του στις γύρω θάλασσες κατά των Τούρκων (1789). Μετά από ήττα σε ναυμαχία με μοίρα του τουρκικού στόλου μεταξύ Τζιας και Άνδρου, ο Κατσώνης υποχώρησε στον κόλπο του Αγ. Νικολάου, όπου αποκλείστηκε από τους Τούρκους. Κατόρθωσε όμως να διαφύγει κατά τη διάρκεια της νύχτας, περνώντας το καράβι του από τον κόλπο στο πέλαγος, σύροντας το πάνω από τον στενό ισθμό της Κόκας! Οι Τζιώτες πλήρωσαν με σφαγές και καταστροφές την υποστήριξή τους στον θαλασσομάχο. Ο επίσκοπος του νησιού Γρηγ. Μιγαδάς απαγχονίστηκε το 1790, ως ευλογήσας το γάμο του.

Το 1811, ο Δανός περιηγητής, αρχαιολόγος και αρχαιοκάπηλος Brøndsted πραγματοποίησε ανασκαφές στην Καρθαία, κατέγραψε και υφάρπαξε με αγγλικό καράβι πληθώρα αρχαίων ευρημάτων, τα οποία αγνοούνται.

Νεότερη Ιστορία

Η Τζια από το 1817~18 διαθέτει επιφανή τέκνα της στη Φιλική Εταιρεία, επιβεβαιώνοντας τη φήμη της σαν «μουρτάτ-αντασί» (νησί των απίστων), που είχε από τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εξαιτίας του εθνικού φρονήματος των κατοίκων. Πρώτος ο μητροπολίτης Κέας Νικόδημος Ρούσσος ευλόγησε την κήρυξη της Επανάστασης και τον Αλεξ. Υψηλάντη, στη Μολδοβλαχία. Μεγάλη συμμετοχή είχε το νησί στις μάχες του Σκολενίου και του Δραγατσανίου, με τον οπλαρχηγό Μόσχο Δελλίνη, τους Φιλικούς Σοφιανό, Πάγγαλο κλπ. Στην Τζια, το Πάσχα του 1821, την ώρα της Ανάστασης, ο ιερέας και Φιλικός Αθανάσιος Χωματιανός ύψωσε τη σημαία του αγώνα. Ομάδες Κείων εθελοντών ξεκινούσαν κάθε τόσο από το νησί για να καλύψουν κρίσιμα μέτωπα: πολιορκίες της Ακρόπολης, της Τριπολιτσάς και της Κορίνθου, εκστρατεία της Καρύστου, μάχη του Πέτα και πολιορκημένο Μεσολόγγι. Φυσιογνωμίες όπως οι Τριαντάφυλλος Λαζαρέττος, Άννα Λαούπη, ιερομόναχος Βαρνάβας Πάγγαλος κ.α. έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. Η «Κοινότης της Νήσου Τζίας» και η δημογεροντία, συνέβαλαν σε χρήμα και εφόδια (όπλα, τροφές κλπ) στον Εθνικό Αγώνα, όπως προκύπτει από διασωθέντα σχετικά έγγραφα της εποχής.

Η εισροή στη Τζια χιλιάδων προσφύρων, κύρια από την κατεστραμμένη Χίο προκάλεσε στα 1823 επιδημία πανώλης με περίπου 2.000 νεκρούς. Επίσης συμφορά ήταν η διέλευση και παραμονή για αρκετό διάστημα στη Τζια του θεωρητικά φιλικού εκστρατευτικού σώματος Λιάπηδων, με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Βάσο Μαυροβουνιώτη, που κατευθυνόταν στο Λίβανο, για ανάληψη εκεί στρατιωτικής δράσης και που συμπεριλήφθηκαν σαν επιδρομείς (1825).

Η Κέα αποτελεί Επαρχία του υπό σύσταση ελληνικού κράτους ως έδρα του Επαρχείου (1824), με τα Θερμιά (Κύθνος) και τη Σέριφο. Την ίδια χρονιά ο θεσμός της Δημογεροντίας αντικατέστησε το σύστημα αυτοδιοίκησης της Κοινότητας, μέχρις ότου ιδρύθηκε ο Δήμος Κέας (1835). Πριν κηρυχθεί επίσημα η Ανεξαρτησία το 1828, η Δημογεροντία ιδρύει σχολείο και ζητεί την έγκρισή του από την προσωρινή κυβέρνηση της Αίγινας (1827).

Η Κέα στη νεώτερη ιστορία της δεν ανέπτυξε αξιόλογη εμποροναυτική δραστηριότητα. Τα παραδοσιακά εξαγόμενα αγαθά της, βελανίδι, κριθάρι, κρασί, μέλι, γαλακτοκομικά και κρέατα, παράγονταν και διακινούνταν σε μεγάλες ποσότητες κατά το δεύτερο μισό του 19ου αι. Για ενάμισι αιώνα περίπου και μέχρι τουλάχιστον τις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου, η Τζιά διατήρησε σταθερό γενικά πληθυσμό, κυμαινόμενο στους 5.000 κατοίκους. Ο καπνέμπορος Ιωάν. Γλεούδης ίδρυσε το 1927 στην Κορησία εργοστάσιο «εμαγιέ και μεταλλοτεχνίας»[66].

Η εσωτερική και εξωτερική[67]  μετανάστευση του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα και η αστική ανάπτυξη της Αθήνας μείωσαν δραματικά τον πληθυσμό στο 1/3 και το νησί άρχισε σταδιακά να παρακμάζει. Ο σημερινός πληθυσμός κυμαίνεται περί τα 2.500 άτομα, με την αύξησή του να οφείλεται στην οικοδομική και τουριστική δραστηριότητα, κυρίαρχα της παραθεριστικής κατοικίας.

— Γ. Ντ., Οκτ. 2016

Σημειώσεις

[1] Ηρακλείδης Ποντικός (απ’ τον Πόντο, 4ος αι. π.Χ, «Πολιτεία Κείων») & λεξικογράφος Ησύχιος (5ος (?) αι. μ.Χ, «Λεξικόν») [2] Απολλώνιος Ρόδιος (3ος αι. π.Χ., «Αργοναυτικά»), Πίνδαρος (5ος αι. π.Χ. «Πυθιόνικοι»), Νόννος Πανοπολίτης (4ος αι. μ.Χ., (Διονυσιακά»), κλπ. [3] Στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός [4] Κατά την «εώα επιτολή» του Σείριου, όπου ανατέλλει λίγο πριν από την ανατολή του Ήλιου [5] Τα «κυνικά καύματα» θεωρούνταν ότι οφείλονται στην προσθήκη της ακτινοβολίας του Σείριου σε αυτή του Ήλιου [6] Ηρακλείδης Ποντικός, Καλλίμαχος (3ος αι. π.Χ., «Αίτια»), αγνώστου (12ος αι μ.Χ., «Etymologicum Magnum»), κλπ. [7] Βακχυλίδης (5ος αι. π.Χ. «Επίνικοι»),  Πίνδαρος (5ος αι. π.Χ. «Ισθμιόνικοι»), Ξενομήδης ο Κείος που παραδίδει ο Καλλίμαχος. [8] Νίκανδρος ο Κολοφώνιος (2ος αι. π.Χ., «Ετεριούμενα»), που παραδίδει ο Antoninus Liberalis (2~3ος αι. μ.Χ.,  «Μεταμορφώσεων Συναγωγή») [9] 3300-3200 π.Χ. [10] Πρώιμη εποχή του χαλκού 3200/3000-2200/2000 π.Χ. [11] Μέση εποχή του χαλκού 2000/1900-1600 π.Χ. [12] Ύστερη εποχή του χαλκού 1600-1100 π.Χ. [13] Στον οικισμό έχει γίνει εκτεταμένο ανασκαφικό έργο (1960-76) από τον John Caskey και από τους John & Myriam Caskey και Αλίκη Μπικάκη. [14] Μαρτυρείται από αρχαίο σχολιαστή του Διονύσιου του περιηγητή (Scholia in Dionysium Periegetem) [15] Ο Ηρόδοτος (485 – 421/415 π.Χ.) αναφέρει τους Κείους ως «έθνος Ιωνικόν» (VIII) [16] Ηρόδοτος (IV) [17] Εντοπίζεται ανθρώπινη δραστηριότητα στον βράχο του Κουλά τον 8ο αι. π.Χ. [18] Σκύλαξ (4ος αι. π.Χ.), Στράβων (1ος π.Χ. -1ος αι. μ.Χ.), Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ.) [19] Αισχυλίδης (3ος αι. π.Χ.) που παραδίδει ο Αιλιανός (2ος/3ος αι. μ.Χ., «Περί ζώων») [20] Θεόφραστος (4ος αι. π.Χ., «Περί λίθων») [21] Ψηφίσματα δήμου Αθηναίων και Καρθαίας-Κορησίας-Ιουλίδας, που χρονολογούνται μεταξύ του 363/2 (χρόνος επαναφοράς στην Β’ Αθηναϊκή συμμαχία, κατόπιν της αποστασίας τουλάχιστον των Ιουλίδας και Καρθαίας, που καταπνίχθηκε βίαια από τον Αθηναίο ναύαρχο-στρατηγό Χαβριά, ενώ η αναζωπύρωσή της –χωρίς όμως την συμμετοχή της Καρθαίας- καταπνίχθηκε από τον Αθηναίο πολιτικό Αριστοφώντα Αριστοφάνους Αζηνιέα) και του 350 π.Χ. [22] Ίδρυση 378/7 π.Χ. [23] Ο Αριστείδης ο Κείος εκτιμάται ότι νομοθέτησε περί τον 7ο – 6ο αι. π.Χ. Ο Αριστείδης εμφανίζεται ως νομοθέτης αυστηρός, λεπτομερής και κατηγορηματικός, μεριμνά δε για την ηθική, την αποφυγή δημοσίας επίδειξης, την κατάργηση δεισιδαιμονιών, την εμφύσηση βαθιάς έννοιας καθήκοντος. Του αποδίδονται νομοθετήματα σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, τις ταφικές τελετές (όχι δημοσίως πολυτελείς), την απαγόρευση του πένθους (εκτός των μικρών παιδιών από τις μητέρες τους), την απαγόρευση της οινοποσίας μέχρι τον γάμο, και βεβαίως για την εκούσια εορταστική αυτοκτονία των γερόντων άνω του εξηκοστού έτους (με την άδεια των αρχών της πολιτείας) με λήψη κώνειου (Gabriel Welter, 1890-1954, «’Αριστείδης νομοθέτης της Κέω», Βιβλιοθήκη Παν/μειου Θεσσαλίας). Να μην συγχέεται με τον ομώνυμο Αθηναίο πολιτικό, αντίπαλο του Θεμιστοκλή, τον επονομαζόμενο «δίκαιο». [24] Σιμωνίδης ο Λεωπρέπους ο Κείος, λυρικός ποιητής του 6ου-5ου αιώνα π.Χ. Γεννήθηκε στην Ιουλίδα το 556π.Χ και καθιερώθηκε σαν ποιητής πανηγυρικών και επινίκιων τραγουδιών. Από τα ποιήματα του σώζονται μόνο αποσπάσματα. Θεωρείται ο πρώτος ποιητής ο οποίος έγραψε ποιήματα επί παραγγελία και για πληρωμή. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του μετέβη στην Σικελία όπου και πέθανε στον Ακράγαντα το 467π.Χ. σε ηλικία 80 χρονών. Έμεινε γνωστός ως ο μεγαλύτερος επιγραμματοποιός της αρχαιότητας. Τα πιο γνωστά του επιγράμματα είναι των Θερμοπυλών και της μάχης του Μαραθώνα: «Ω ξειν αγγέλειν Λακεδαιμονίοις ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» και «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι Χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν». Το έργο του επηρέασε τη λυρική ποίηση τους επόμενους αιώνες. [25] Πυθοκλείδης ο Κείος, (περ. 535-472 π.Χ.?): μουσικός και σοφιστής, ιδρυτής αθηναϊκής μουσικής σχολής και δάσκαλος του Περικλή. Αναφέρεται στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα (427–347 π.Χ., Αθηναίος φιλόσοφος, ο πιο γνωστός μαθητής του Σωκράτη και δάσκαλος του Αριστοτέλη), ανάμεσα στους σοφιστές που χρησιμοποιούσαν τη μουσική (ή άλλη τέχνη) σαν πρόσχημα και παραπέτασμα για την διδασκαλεία τους. Ο Πυθοκλείδης εισήγαγε τη «μιξολυδική» αρμονία στην τραγωδία (δηλαδή το οκτάχορδο SΙ-LΑ-SOL-FΑ-ΜΙ-ΡΕ-DΟ-SΙ στο διατονικό γένος), μετασχηματίζοντας έτσι τη σαπφική μιξολυδική αρμονία (SOL – SOL). [26] Βακχυλίδης ο Κείος, χορικός ποιητής που γεννήθηκε το 505π.Χ στην Ιουλίδα, ανεψιός του Σιμωνίδη, ο οποίος έγραψε τα Επινίκια, μεγάλες νικητήριες ωδές, Ήταν σύγχρονος του Πίνδαρου που φαίνεται ότι τον επηρέασε έντονα ενώ συγχρόνως ήταν και ο μεγάλος αντίπαλος του. Το έργο υπήρξε σημαντικό και συγκρίθηκε με του Πινδάρου. Για πολιτικούς λόγους έζησε εξόριστος στην Πελοπόννησο όπου και πέθανε περί το 450 π.Χ. [27] Θηραμένης Κείος, σοφιστής του 5ου αιώνα π.Χ., συγγραφέας 3ων βιβλίων: περί ομοιώσεως λόγου, περί εικόνων, περί σχημάτων (Anton Westermann, 1806-1869, «Βιογράφοι. Vitarum scriptores Graeci minors»). Να μην συγχέεται με τον ομώνυμο Αθηναίο πολιτικό, υιό του Άγνωνος, τον επονομαζόμενο «κόθορνο», έναν εκ των 30 τυράννων. [28] Ξενομήδης ο Κείος, ιστορικός του 5ου αιώνα π.Χ  από την Ιουλίδα που έγραψε παραδόσεις, μύθους και ιστορία της Κέας («Αρχαιολογία»). Από το βιβλίο αυτό ο Καλλίμαχος διέσωσε την ερωτική ιστορία της Κυδίππης και του Ακόντιου. [29]    Σοφιστής του 5ου αιώνα π.Χ. Γεννήθηκε στην Κέα το 470π.Χ περίπου και έζησε ως απεσταλμένος των Κείων στην Αθήνα όπου εδίδαξε στις φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών και ήταν δάσκαλος του Θουκιδίδη, του Ευριπίδη και του Ισοκράτη. Από το έργο του είναι πολύ γνωστή η παραβολή του για τον Ηρακλή ο οποίος φθάνοντας σε ένα σταυροδρόμι έπρεπε να επιλέξει το δρόμο που θ΄ ακολουθούσε, της αρετής ή της κακίας. Τα έργα του έχουν χαθεί. [30] Φιλόσοφος του 3ου αιώνα π.Χ (πέθανε περίπου το 226 π.Χ). Υπήρξε διευθυντής της περιπατητικής σχολής της Αθήνας μετά το θάνατο του δασκάλου του και διευθυντού της σχολής Λύκωνα. Προσπάθησε με τη διδασκαλία του να εκλαϊκεύσει τη διδασκαλία του Αριστοτέλη. [31] Γιατρός (χειρούργος) του 3ου αιώνα π.Χ . Γεννήθηκε στις αρχές του αιώνα στην Ιουλίδα, μεγάλωσε στην Αντιόχεια και έζησε στην Αλεξάνδρεια. Ο Ερασίστρατος ανακάλυψε τις σχέσεις ανάμεσα στο κυκλοφορικό και νευρικό σύστημα στηριζόμενος στη συγκριτική ανατομία και στη δυνατότητα χειρουργικών τομών. Τα έργα του έχουν χαθεί αλλά η επίδραση του στους μεταγενέστερους ήταν πολύ μεγάλη με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κίνημα οπαδών του οι Ερασιστράτειοι. Είναι άγνωστη η ημερομηνία θανάτου του. [32] Υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, με απαλή διάπλαση των μορφών και λεπτομερή-περίτεχνη απόδοση των ενδυμάτων και των πτυχώσεών τους. Ομοιότητα με ορισμένα νησιωτικά γλυπτά υποδεικνύει προέλευση από το ίδιο Κείο εργαστήριο, ενώ άλλες συγκρίσεις τα τοποθετούν χρονικά στην δεκαετία 500-490 π.Χ. [33] Το 1772 ο J.B. G. de Villoiason καταγράφει την πληροφορία ότι Ρώσοι φόρτωσαν σε καράβια πλήθος αρχαιοτήτων από τον όρμο της Καρθαίας. Από την δημοσίευση των ερευνών του Δανού φιλόλογου-αρχαιολόγου P.O. Brøndsted στην Καρθαία το 1811 (1826, τόμος 130 σελ., Γαλ.-Γερμ., με 40 εικόνες του Γερμανού ζωγράφου M. J. Linckh που τον συνόδευε), μαρτυρείται πλήθος ευρημάτων, όπως κολοσσικό άγαλμα Απόλλωνος, γυναικείος κορμός φυσικού μεγέθους, γυναικείο κεφάλι κ.α. γλυπτά, τα οποία απολήφθηκαν τότε με το εμπορικό πλοίο Bella Nina που κατέπλευσε στη Μάλτα, απ’ όπου τα ίχνη τους χάνονται. Ο Brøndsted επιβεβαιώνει προγενέστερη διαρπαγή αρχαιοτήτων από τα ρωσικά πλοία του Ορλώφ. [34] Ανακαλύφθηκε το 1930 στη θέση του σημερινού προσφυγικού συνοικισμού, όπου χωροθετείται το αρχαίο νεκροταφείο, και χρονολογείται τον 6ο αι. π.Χ. Θεωρείται ένα από τα ωραιότερα έργα της αρχαϊκής γλυπτικής και εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. [35] Η θέση του πρωτοεμφανίζεται στις έρευνες του Brøndsted στην Καρθαία το 1811. Η πρώτη τομή γίνεται το 1965 από τον αρχαιολόγο Ν. Ζαφειρόπουλο, η συστηματική έρευνα ξεκινά το 1987 με ανασκαφή από το 1991 υπό την δρ. Λ. Γ. Μενδώνη, ενώ το 2011 εντάσσεται σε ΕΣΠΑ. Το θέατρο (το κοίλο, η ορχήστρα και η σκηνή) αναπτύσσεται σε έκταση 1~1,5 στρ. περίπου. Το κοίλο διαθέτει δεκαπέντε σειρές εδωλίων, οι οποίες διακόπτονται από τρεις ενδιάμεσες κλίμακες, που το διαχωρίζουν σε τέσσερις κερκίδες. Τα εδώλια είναι δίλιθα, δηλαδή το κάθισμα μιας σειράς εδωλίων και το μέτωπο της υποκείμενης σειράς (για τη διαμόρφωση των οποίων συνήθως χρησιμοποιείται ένας λίθος) διαμορφώνονται από δύο διαφορετικά τεμάχια (λιθόπλινθους και πλάκες, για οικονομία υλικού). Πέρα από την υστεροκλασσική κατασκευή του κοίλου και του κτιρίου της σκηνής, για το τελευταίο διακρίνεται μία επέκταση στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους, ενώ στα υστερορρωμαϊκά χρόνια τροποποιήθηκε μεγάλο τμήμα του σκηνικού οικοδομήματος, με κατασκευή συγκροτήματος λουτρών με δεξαμενές, φρέατα και πολλαπλούς χώρους με υπόκαυστα, που κατάργησε τη νότια πάροδο και τμήμα της σκηνής. Η χωρητικότητά του είναι περίπου 900 θεατών, ενώ η έντονη φθορά των κλιμάκων υποδεικνύει έντονη και μακροχρόνια χρήση. [36] Ο Ισοκράτης (436 π.Χ. – 338 π.Χ.) αναφέρει στον «Αιγινήτικο» λόγο του (394 π.Χ.), ότι οι νόμοι της Κέω παρελήφθησαν παρά των Σιφνίων. [37] Ηρακλείδης Ποντικός (4ος αι. π.Χ, FHG II 215, άπόσπ. IX): «3. Αριστείδης επιμελείτο γυναικών ευκοσμίας. Και το παλαιόν ύδωρ έπινον οι παίδες, και αι κόραι μέχρι γάμου. 4. Επί δε τοις τελευτώσιν ουδέν έστι πένθος εν ανδράσι περί εσθήτα ή κουράν∙ μητρί δε, νέου τελευτήσαντος, ενιαυτός. 5. Ούσης δε υγιεινής της νήσου και ευγήρων των ανθρώπων, μάλιστα δε των γυναικών, ου περιμένουσι γεραιοί τελευτάν, άλλα πριν ασθενήσαι ή πηρωθήναι τι, οι μεν μήκωνι, οι δε κώνειο εαυτούς εξάγουσιν». [38] Αθήναιου (Αθήναιος ο Nαυκρατίτης, τέλη 2ου – αρχές 3ου αι. μ.Χ., «Δειπνοσοφισταί», από ιστορία του Φυλάρχου, 3ου αι π.Χ.), Πλουτάρχου (45-120 μ.Χ., «Περί γυναικών αρετής» XII 249). [39] Επιγραφή του τέλους του 5ου αι. π.Χ. (Gabriel Welter, 1890-1954, «’Αριστείδης νομοθέτης της Κέω», Βιβλιοθήκη Παν/μειου Θεσσαλίας) [40] και Κλαύδιος Αιλιανός (περ. 175 – περ. 235 μ.Χ., «Ποικίλη Ιστορία», III 37: «Νόμος εστί Κείων, … στεφανωσάμενοι πίνουσι κώνειον, …»). [41] Για το έθιμο της αυτοκτονίας των γερόντων του νησιού με κώνειο, υπάρχει η περιγραφή του Ρωμαίου συγγραφέα Valerius Maximus, όταν το 27 (ή 16 ή 18?) μ.Χ συνοδεύοντας τον ύπατο Sextus Pompeius κατά το ταξίδι τους προς τη Μ. Ασία χρειάστηκε να καταφύγουν λόγω μιας μεγάλης θαλασσοταραχής στο νησί. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ανώτερης τάξης προσκάλεσε τον Πομπήιο να παραστεί στην αυτοκτονία της. Όταν εκείνος προσπάθησε να την μεταπείσει εκείνη του είπε: «Μέχρι τώρα, έβλεπα πάντα την τύχη να μου χαμογελάει. Φοβάμαι μήπως η αγάπη για τη ζωή με εκθέσει σε σκληρές αλλαγές και τελειώσω το βίο μου άθλια, αφού υποστώ τα πιο φρικτά βάσανα. Γιατί ο θάνατος είναι πιο ευχάριστος όταν έρχεται όταν είσαι ευτυχισμένος». Στη συνέχεια προέτρεψε τα παιδιά της να είναι μονιασμένα, τους μοίρασε την περιουσία της και αφού προσευχήθηκε στον Ερμή να την οδηγήσει μέσα από εύκολο δρόμο στον Άδη, ήπιε το κώνειο. Έδειξε με τη σειρά τα μέρη του σώματος της που πάγωναν και όταν ένοιωσε ότι το ψύχος έφτανε στα σπλάχνα και την καρδιά της, ζήτησε από τις κόρες της να της κλείσουν τα μάτια. Και το κείμενο τελειώνει «Ημείς εκστατικοί προ του καινοφανούς θεάματος απήλθομεν δακρυρροούντες.»

Το έθιμο αυτό θεωρείται ότι έσβησε όταν επικράτησε ο χριστιανισμός κατά τον 3ο αιώνα π.χ. Λέγεται ότι έλαβε τέλος ως εξής: Ένας νέος που υπεραγαπούσε τον γέροντα πατέρα του, για να τον προφυλάξει από το έθιμο τον έκρυψε και του έδινε το μισό ψωμί του, για να τον κρατήσει στη ζωή. Όταν κάποτε επρόκειτο να εκλέξουν τον άρχοντα του τόπου, διακήρυξαν ότι θα εκλεγόταν εκείνος που θα έβλεπε πρώτος τον ήλιο ν΄ ανατέλλει. Ο νέος ακολουθώντας τη συμβουλή του πατέρα του, αντί να κοιτάζει προς την ανατολή, όπως έκαναν όλοι οι άλλοι, κοίταζε τις κορφές των βουνών στη δύση και τις είδε πρώτος να φωτίζονται από τις ακτίνες του ήλιου . Έτσι έγινε άρχοντας. Όταν αργότερα ρωτήθηκε αν είχε σκεφτεί μόνος του αυτό το τέχνασμα ή τον είχε συμβουλέψει κάποιος άλλος, εκείνος ομολόγησε την αλήθεια. Έτσι σταμάτησε αυτό το έθιμο αφού κατάλαβαν την αξία των γερόντων και των συμβουλών τους.

[42] Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ., φιλόσοφος & πολυεπιστήμονας), ως μέρος της πραγματείας του περί πολιτειών, έγραψε για τα πολιτικά συστήματα  158 σύγχρονών του πόλεων. [43] Το 499-494 π.Χ. οι Ίωνες υποστηρίχθηκαν από την Αθήνα και την Ερέτρια στην αποτυχημένη Ιωνική Επανάσταση για ανεξαρτησία κατά των Περσών. Ακολούθως, ο Δαρείος συγκέντρωσε μεγάλη δύναμη για να εκδικηθεί την Αθήνα και την Ερέτρια, και το 492 π.Χ. την έστειλε υπό την ηγεσία του Μαρδόνιου, αλλά ο περσικός στόλος καταστράφηκε από τρικυμία παραπλέοντας τον Άθω. Τελικά το 490 π.Χ. (1η Περσική εισβολή), υπό τη διοίκηση του Δάτη και του Αρταφέρνη, ο περσικός στρατός κατέλαβε τη Νάξο, τις Κυκλάδες, κατέστρεψε την Ερέτρια και στρατοπέδευσε στον Μαραθώνα, όπου τους αντιμετώπισε νικηφόρα δύναμη Αθηναίων και Πλαταιέων υπό τον Μιλτιάδη. [44] Πλούταρχος (45-120 μ.Χ., «Τιμολέων», 35.2). Ο Τιμολέων ήταν Κορίνθιος στρατηγός και πολιτικός που έζησε τον 4ο αι. π.Χ. Με μόλις 10 τριήρεις και 700 μισθοφόρους έπλευσε στην Σικελία το 344 π.Χ., κατόπιν έκκλησης των Ελλήνων Συρακούσιων στην μητρόπολή τους, για να απαλλαγούν από τυράννους που υποστήριζαν οι Καρχηδόνιοι. Μετά τις αρχικές επιτυχημένες επιχειρήσεις του και καθότι οι Σικελικές πόλεις είχαν ερημώσει από τις συνεχείς συγκρούσεις, εκκάλεσε άποικους από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Σε έξι νικηφόρα χρόνια παλινόρθωσε τα δημοκρατικά καθεστώτα, αποτραβήχτηκε από τα κοινά και αποσύρθηκε με την  ευγνωμοσύνη των κατοίκων στην εξοχή των Συρακουσών, με την οικογένειά του που έφερε από την Κόρινθο. [45] Φίλιππος Β΄ o Μακεδών, 382 – 336 π.Χ. [46] Μέγας Αλέξανδρος (Αλέξανδρος Γ’ ο Μακεδών) 356 – 323 π.Χ. [47] Το Κοινό των Νησιωτών ήταν ομοσπονδιακό κράτος (συμπολιτεία) της ελληνιστικής περιόδου, που περιλάμβανε τις Κυκλάδες. [48] 382 – 301 π.Χ. Στρατηγός του Μέγα Αλέξανδρου, που μετά το θάνατό του υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στους “Πολέμους των Διαδόχων” και ίδρυσε τη Δυναστεία των Αντιγονιδών. [49] Ο Πτολεμαίος Α΄ ο Λάγου, ή Πτολεμαίος ο Λαγίδης (367 π.Χ. – 282 π.Χ.) ήταν στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου καθώς και μέλος της σωματοφυλακής του, σατράπης (323 π.Χ.-305 π.Χ.) και βασιλιάς της Αιγύπτου (304 π.Χ.-283 π.Χ.), γνωστός με το χαρακτηρισμό «Σωτήρ», και ιδρυτής της Πτολεμαϊκής Δυναστείας των Λαγιδών (323 π.Χ.-30 μ.Χ.), τελευταίος διάδοχος της οποίας ήταν η βασίλισσα Κλεοπάτρα που αντιτάχθηκε στην υπαγωγή της Αιγύπτου στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. [50] Ο Χρεμωνίδειος πόλεμος  (268 ή 267 – 261 π.Χ.) έφερε αντιμέτωπους τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες με τον βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γονατά. Τους δυο συμμάχους υποδαύλιζε κι ενίσχυε ο Πτολεμαίος Β’ Φιλάδελφος. [51] Αντίγονος Β’ Γονατάς (319 π.Χ. – 239 π.Χ.), βασιλιάς της Μακεδονίας (276 – 239 π.Χ.), ο 3ος της δυναστείας των Αντιγονιδών. Μαθητής του στωικού φιλοσόφου Ζήνωνα. [52] Η Αιτωλική Συμπολιτεία δημιουργήθηκε περί το 367 π.Χ. και αποτέλεσε ομοσπονδιακό κράτος της αρχαίας Ελλάδας, με έδρα το Θέρμο. Προέκυψε από τη πολιτική και στρατιωτική συμμαχία των μελών της, πόλεων-κρατών της Αιτωλίας, με χαρακτηριστικά την ισοπολιτεία και ταυτόχρονα την αυτονομία. Σταμάτησε να αποτελεί ανεξάρτητη στρατιωτικοπολιτική δύναμη το 189 π.Χ., με την επικράτηση της Ρώμης. [53] Ήδη γνωστός από τον 5ο αι. π.Χ., υμνούμενος από τον Πίνδαρο (522/518 – 443 π.Χ.,  4ος παιάνας). [54] Μιθριδάτης  ΣΤ΄ Ευπάτωρ Διόνυσος (132 π.Χ. Αμάσεια – 63 π.Χ. Παντικάπαιον) ήταν βασιλιάς του Πόντου από το 120 έως το 63 π.Χ., ένας από τους διασημότερους αντιπάλους του ρωμαϊκού επεκτατισμού στην Ανατολή. [55] Γναίος Πομπήιος ο Μέγας (Gnaeus Pompeius Magnus, 29.9.106 – 29.9.48 π.Χ.), στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης της ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Κατορθώματά του είναι η εξάλειψη της πειρατείας στη Μεσόγειο (σε εφαρμογή του Γαβινείου Νόμου) και η νίκη στο Γ’ Μιθριδατικό Πόλεμο. Σύμμαχος του Ιουλίου Καίσαρα (διανδρία) στα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Κατά την μετέπειτα σύγκρουσή τους, ηττήθηκε στη Μάχη των Φαρσάλων και διέφυγε αρχικά στη Λέσβο και μετά στην Αίγυπτο, όπου δολοφονήθηκε από τον φαραώ Πτολεμαίο ΙΓ’, που είλπιζε να γίνει αρεστός στον Καίσαρα. [56] Το 42 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antonius, 14.1.83 π.Χ. – 1.8.30 π.Χ., Ρωμαίος πολιτικός με κρίσιμο ρόλο στο μετασχηματισμό της Ρωμαϊκής δημοκρατίας από την ολιγαρχία στην αυτοκρατορία, φίλος του Ιούλιου Καίσαρα, γνωστός και για την σχέση του με την Κλεοπάτρα), μαζί με τον Οκταβιανό (ένα έτος μετά την από αυτούς σύναψη της Β’ Τριανδρίας το 43 π.Χ. μαζί με τον Λέπιδο), νίκησε στους Φιλίππους Μακεδονίας τους δολοφόνους του Καίσαρα, Βρούτο και Κάσσιο. [57] Μάρκος Αυρήλιος Αντωνίνος Αύγουστος (Imperator Caesar Marcus Aurelius Antoninus Augustus, 26 Απριλίου 121 – 17 Μαρτίου 180), Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 161 έως το 180. Κυβέρνησε ως συναυτοκράτορας με τον Λεύκιο Βέρο από το 161 έως το θάνατο του Βέρου το 169. Ήταν ο τελευταίος από τους “Πέντε Καλούς Αυτοκράτορες” και θεωρείται επίσης σημαντικός στωικός φιλόσοφος. [58] Lucius Septimius Severus Augustus (11.4.145 – 4.02.211), Ρωμαίος Αυτοκράτωρ από το 193 ως το 211 μ.Χ. [59] H Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Βυζάντιο ή Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και ήταν διάδοχο κράτος του γεωγραφικού χώρου της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με χρονικά όρια που ξεκινούν από τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου του 330 και φτάνουν ως την άλωσή της από τους Οθωμανούς, στις 29 Μαΐου του 1453. [60]      Ιεροκλής ο γραμματικός (6ος αι. μ.Χ., «Συνέκδημος», κατάλογος που απαριθμούνται 64 επαρχίες και 912 πόλεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας του 6ου αιώνα, πιθανότατα κατά την ηγεμονία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α΄ του Μέγα, 483 – 565 μ.Χ.). Πρωτο-αναφέρει την «Κέω» ως «Κέα». [61]      Ο Μωαβίας – πρώτος χαλίφης των Ομεϊαδών – συγκρότησε αραβικό στόλο και επιτέθηκε και λεηλάτησε στη Ρόδο το 654 μ.Χ. [62] Οι Σαρακηνοί πειρατές είχαν την Κρήτη ως κύριο ορμητήριό τους από τη δεκαετία του 820. [63] Απαλλαγή του Αιγαίου από τον αραβικό κίνδυνο με την ανακατάληψη της Κρήτης το 961, από τον μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά. [64] Θεοφύλακτος [65] Γεννήθηκε περί τα 1138 στις Χωνές της Φρυγίας και χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Αθηνών το 1182. έχοντας υπό τη διοίκησή του τις επισκοπές Δαυλείας, Ευρίπου, Κορώνειας, Άνδρου, Ωρεού, Σκύρου, Καρύστου, Πορθμού, Αυλώνος, Σύρου, Σερίφου και Κέας. Το 1203 υπεράσπισε επιτυχώς την Αθήνα από την επίθεση του Λέοντα Σγουρού, που είχε ιδρύσει ανεξάρτητη ηγεμονία στο Ναύπλιο και την Αργολίδα. Όταν το 1204 οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και κατόπιν, υπό τον Βονιφάτιο Μομφερρατικό, τη νότια Ελλάδα και την Αθήνα, ο Ακομινάτος εγκαθίσταται μόνιμα στην Κέα στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, μέχρι το τέλος της ζωής του. [66] Το εργοστάσιο Εμαγιέ διαθέτει καμινάδα 45 μέτρων και ήταν το μοναδικό ελληνικό εργοστάσιο που παρήγαγε επισμαλτωμένα σκεύη και το μεγαλύτερο στη Μεσόγειο. Λειτούργησε μεταξύ 1927 και 1957 και παρήγαγε οικιακά σκεύη και επιγραφές. Το μεγαλύτερο τμήμα έχει κριθεί διατηρητέο από το 1991, ενώ πολλά μηχανήματα και σκεύη εκτίθενται δίπλα του από το “Σύλλογο Φίλων Εργοστασίου Εμαγιέ Κέας”. [67] Οι περίοδοι μαζικής μετανάστευσης Ελλήνων είναι 1903-1917, 1960-1972 και 2010+ και έχουν οικονομικά κίνητρα (εκτός μέρους της 2ης κατά τα έτη 1969-1971 που υφίστανται πολιτικά). Κατά την 1η περίοδο μετανάστευσης, κύριος προορισμός ήταν ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς, Βραζιλία και ΝΑ Αφρική, με 7/10 ηλικίας 15-44 χρόνων, λιγότερους από 2/10 γυναίκες και πλειονότητα εργατών και αγροτών χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Η 2η περίοδος αφορούσε 7/10 νέους 20-34 χρόνων, με 5/10 χειρώνακτες και 4/10 ανεπάγγελτους, όπου 6/10 απασχολήθηκαν ως βιομηχανικοί εργάτες στη Γερμανία και στο Βέλγιο. Η παρούσα αφορά νέους μορφωμένους με επαγγελματική εμπειρία, που κατευθύνονται κυρίως στη Γερμανία, στη Βρετανία και τον Αραβικό Κόλπο. (Σοφία Λαζαρέτου, έρευνα ΤτΕ, 2016)

Βιβλιογραφία – Πηγές

«ΚΑΡΘΑΙΑ … ελαχύνωτον στερνόν χθονός …», Ε. Σημαντώνη-Μπουρνιά – Λ.Γ. Μενδώνη – Τ.-Μ. Πανάγου, Υπουργείο Πολιτισμού/Ταμείο διαχείρισης πιστώσεων για την εκτέλεση αρχαιολογικών έργων, Αθήνα 2009, ISBN: 978-960-89366-2-1.

«Αρχαιολογία και Ιστορία της Νήσου Κέας», Κωνσταντίνου Μάνθου, εισαγωγή-μεταγραφή-σχόλια Λίνα Γ. Μενδώνη, Βουρκαριανή, 1991, ISBN: 960-7157-001

«ΚΕΑ. Ιστορία και αρχαιότητες», Α. Χωρέμη – Χ. Βλασσοπούλου – Γ. Βενιέρη, Υπουργείο Πολιτισμού/ΤΑΠ, Αθήνα 2002, ISBN: 960-214-025-9

«ΚΕΑ. Ιστορική μνήμη. Περιήγηση», Τάσος Αναστασίου, Πολιτιστική εταιρία «Αρχιπέλαγος», Ερμούπολη 2007, ISBN: 960-85540-0-4

«’Αριστείδης νομοθέτης της Κέω», Gabriel Welter, 1890-1954, Βιβλιοθήκη Παν/μειου Θεσσαλίας (http://ir.lib.uth.gr/bitstream/handle/11615/10229/article.pdf)

Wikipedia, https://el.wikipedia.org/

http://www.pezoporia.gr/

http://kea-tzia.gr/istoria/

http://www.e-kyklades.gr/

www.kea.gr